Πάει κάποιος σε ένα κατάστημα οπτικών:
Αγοραστής: θα ήθελα ένα ζευγάρι γυαλιά.
Οπτικός: Για τον ήλιο;
Αγοραστής: Όχι για μένα.


- Μπαμπά, γιατί παντρεύτηκες την μαμά;

- Απορείς και συ παιδί μου;
*
Δυο συνεργάτες συζητούν στο γραφείο
-Βρε Γιάννη, ακόμη εδώ είσαι; δεν πηγές στην κηδεία της πεθεράς σου;
-Πρώτα η δουλειά και... μετά η διασκέδαση.
*

Ο λοχίας στους στρατιώτες :
- Σε λίγο θα έρθει ο λοχαγός . Προσοχή στραβάδια ! Αν σας ρωτήσει : " πόσων χρόνων είστε " θα πείτε 22 , " πόσα χρόνια υπηρετείτε " θα πείτε 2 , " ποιο
φαγητό σας αρέσει , τα φασόλια ή το κρέας " θα πείτε και τα δύο . Έρχεται ο λοχαγός και ρωτά ένα στρατιώτη που ήταν Πόντιος :
- Πόσα χρόνια υπηρετείς παιδί μου ;
- Είκοσι δύο λοχαγέ μου .
- Είκοσι δύο ; Και πόσο χρονών είσαι ;
- Δύο ...
- Δύο ; Μα δεν μου λες με περνάς για τρελό ή για ηλίθιο ;
- Και τα δύο λοχαγέ μου .

Ένας παππούς 97 ετών πάει σε έναν ασφαλιστή.
- Γεια σας, θέλω να κάνω μια ασφάλεια ζωής
- Τι λες ρε παππού, ασφάλεια ζωής, τρελάθηκες, πόσο είσαι;
- 97 ετών, λέει ο παππούς.
Τρελαίνεται ο ασφαλιστής.
- Μιλάς σοβαρά τώρα; Τι να την κάνες;
- Να, θέλω να πάω με τον πατέρα μου ένα ταξίδι στο εξωτερικό και καλό είναι να είμαστε ασφαλισμένοι.
Ο ασφαλιστής έχει τρελαθεί!
- Με τον πατέρα σου; Πόσο είναι εκείνος;
- Ε, 125 τον άλλο μήνα.
- Και τι θα κάνετε στο εξωτερικό;
- Να μωρέ, πηγαίνουμε να επισκεφτούμε τον παππού μου.
Ο ασφαλιστής χτυπάει το κεφάλι του στο γραφείο.
- Τι λε ρε μπάρμπα, με κοροϊδεύεις; Πόσο είναι ο παππούς σου;
- Κλείνει τα 142 σε μια βδομάδα.
- Και τι θα κάνετε εκεί;
- Παντρεύεται και πάμε στο γάμο!
Ο ασφαλιστής έχει σκαρφαλώσει στο πρεβάζι και είναι έτοιμος να φουντάρει.
- Και...γιατί παντρεύεται;
- Βλακίες μωρέ, τον πιέζουν οι γονείς του!


*
Μπαίνει ένα άντρας φουριόζος στο σπίτι του!
-Γυναίκα, κέρδισα το Τζόκερ, ετοίμασε τις βαλίτσες μας...
- Αχ, μπράβο αντρούλη μου, και πού πάμε;
- Εγώ στη Χαβάη, εσύ στη μάνα σου....


Ήταν μια πεθερά και είχε 3 γαμπρούς. Ο ένας την αγαπούσε πολύ, ο άλλος πιο λίγο και ο άλλος καθόλου. Θέλοντας να δει ποιος την αγαπάει περισσότερο αποφάσισε να πάει στη θάλασσα με τον κάθε ένα από αυτούς. Πάει με τον πρώτο, μπαίνει στην θάλασσα και κάνει πως πνίγεται τότε ο γαμπρός της θα την σώσει. Την άλλη μέρα θα βρει έξω από το σπίτι του μια Mercedes κι ένα σημείωμα.
"Σε ευχαριστώ που μ? έσωσες η πεθερά σου".
Την άλλη εβδομάδα πάει με τον δεύτερο κάνοντας το ίδιο κόλπο. Ο γαμπρός της την έσωσε και την άλλη μέρα βρήκε έξω από το σπίτι μια Mercedes με το ίδιο σημείωμα.
Πάει με τον τρίτο την άλλη εβδομάδα. Η πεθερά του κάνει πως πνίγεται αλλά αυτός δεν την έσωσε και αυτή πνίγεται. Την άλλη μέρα στην κηδεία βρίσκει έξω από το σπίτι του 3 Mercedes και το μήνυμα.
"Σε ευχαριστώ που με έσωσες ο πεθερός σου".




Σε μια μεγάλη ευθεία της εθνικής οδού, ένα σπουργιτάκι χτυπάει με δύναμη στο παρμπρίζ μίας νταλίκας που έτρεχε. Πέφτει αναίσθητο στην άσφαλτο και ο νταλικέρης, γεμάτος τύψεις, βγαίνει να δει αν είναι το πουλάκι ζωντανό. Το παίρνει στο χέρι του και διαπιστώνει ότι η καρδιά του χτυπάει αμυδρά. Το πηγαίνει γρήγορα στο σπίτι του να το φροντίσει και αναίσθητο ακόμα το βάζει σε ένα κλουβί με τροφή και νερό.
Το πρωί, το σπουργιτάκι ξυπνάει και, βλέποντας γύρω του κάγκελα, φωνάζει:
- "Όχι, Θεέ μου! Τον σκότωσα τον άνθρωπο!"